Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΑΛΙΑΣ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΑΛΙΑΣ

 

(αφιερωμένο σε όσους νιώθουν

Τη φλόγα της Αγάπης)

 

 

 

Η Κοραλία ήταν μια πολύ
όμορφη κοπέλα. Ξανθιά, ψηλή, εντυπωσιακή, έδειχνε πως αν και νέα ακόμη θα
έκαιγε πολλές καρδιές.

Ωστόσο  παρά το νεαρό της ηλικίας της δεν επεδίωκε
σχέσεις.

Οι φίλες της, μα και οι
συγχωριανοί της, αυτό το έβρισκαν περίεργο.

Στο χωρίο κάποια στιγμή πήγε
ένας εικοσάρης ξυλοκόπος. Δυνατός και μεγαλόσωμος.

Σχεδόν όλες οι κοπέλες
γοητεύτηκαν απ’ αυτόν και ο ίδιος όπως ήταν φυσικό εκμεταλλεύτηκε τη γοητεία
που άσκησε πάνω τους.

Οι έρωτες με την μία και την
άλλη ήταν κάτι φυσιολογικό, σχεδόν όπως τα δέντρα που έκοβε. Ίσως να τις έβλεπε
όντως έτσι. Η Κοραλία το είχε καταλάβει αυτό και έτσι δεν έκανε καμία
κίνηση…άλλωστε δεν επεδίωκε σχέσεις.

Κι’ όμως, μέσα της, κάπου
βαθιά μέσα της, υπήρχε μια σύγκρουση, μια αναταραχή, που έκανε την καρδιά της
να χτυπά δυνατά απ’ τη γοητεία που εξέπεμπε ο Φιν, ο ξυλοκόπος.

Μα δεν ήξερε τι έπρεπε να
κάνει. Έπρεπε να του δοθεί ή έπρεπε να μείνει απαθής;;; Για πρώτη φορά στην ζωή
της είχε αμφιβολίες για το τι έπρεπε να κάνει.

Η Φίλη της η Σιμόν όλο
μιλούσε για τον Φιν

«Δεν φαντάζεσαι πόσο υπέροχος
είναι!!! Σε αγκαλιάζει με τα μπράτσα του και αισθάνεσαι τόσο μα τόσο
ασφαλής….»

Η Κοραλία αηδίαζε!!!

«Ευχαριστώ…δεν θα πάρω» της
έλεγε ξερά.

«Μα….δεν τον έχεις δει;;;»

«Φυσικά….αλλά δε θα πάρω.»

Η Σιμόν, όταν μιλούσαν πάντα
γι’ αυτό το θέμα, την παρατηρούσε. Παρατηρούσε τα βλέφαρά της φίλης της. Όχι
δεν τα ανοιγόκλεινε. Ήξερε πως η Κοραλία όταν της έλεγε ψέματα ανοιγόκλεινε
νευρικά τα βλέφαρά της.

Και το χωρίο;;; To χωρίο
ήταν μικρό και μιλούσε πολύ για όλ’ αυτά. Στις ταβέρνες της πλατείας του
χωριού, κάτω από τον μεγάλο αιωνόβιο πλάτανο, τα παλικάρια του χωριού πείραζαν
την Κοραλία.

«Μέιν βλέπω δυο όμορφα
μπαλκόνια να περνάνε….»

«Εγώ τα βλέπω τέσσερα…»

«Αφού έχεις πιεί τόσες
καράφες κρασί λογικό είναι…χαχαχαχα»

Η Κοραλία περνούσε χωρίς να
δίνει σημασία στα πειράγματά τους. Μέσα της ένιωθε όλο αυτή τη σύγκρουση, αυτή
την ταραχή για τον Φίν τον ξυλοκόπο.

Έπρεπε να πάει να
συμβουλευτεί ένα άτομο που δε θα την πρόδιδε. Αλλά ποιο;;; Δεν ήξερε. Πήγε
σπίτι και κάθισε στο δωμάτιό της να σκεφτεί ποιο άτομο θα μπορούσε να
εμπιστευτεί το πρόβλημά της.

Ξαφνικά, εκεί που κοιτούσε
τον όμορφο ήλιο, της γεννήθηκε μια ιδέα.

«Η Μάγισσα θα με βοηθήσει!!!
Αυτή είναι έξω απ’ το χωριό και δε μιλάει σχεδόν με κανέναν.»

Η χαρά της ήταν απίστευτη.
Έριξε μια ζακέτα πάνω της και χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν έφυγε να βρει τι
μάγισσα.

Όταν ήταν μικρή θυμόταν
κάποια πράγμα που είχαν γίνει με αυτή τη γυναίκα. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα
η οποία είχε δημιουργήσει κάτι ερωτικά σκάνδαλα….θυμόταν πως η πιο εξαγριωμένη
μαζί της ήταν η παπαδιά γιατί είχε πλαγιάσει με τον παπά του χωριού.

«Στο πυρ το εξώτερο να πέσεις
παλιό-γύναικο, και κει να καίγεσαι για χίλια χρόνια, κόρη του διαβόλου»

Ναι, τα λόγια της παπαδιάς τα
θυμόταν ακόμη και τώρα. Θυμόταν που την είχανε σύρει τη μάγισσα σε λαϊκό
δικαστήριο στην πλατεία του χωριού. Η παπαδιά όλο φώναζε και ωρυόταν σα τρελή.
Συνέχεια έριχνε κατάρες και αναθεματισμούς. Κάτω από τη σκιά του μεγάλου
πλάτανου, η μάγισσα τους απάντησε πως θα έφευγε μόνη της αφού δεν την ήθελαν.

Μόνο ο Παπάς έκλαψε που
έφυγε. Μόνο αυτός, κάτι που δε πέρασε απαρατήρητο από κανέναν. Η Κοραλία, κόρη
του Δημάρχου, ήταν πλάι στον πατέρα της και χωρίς να καταλαβαίνει πολλά τότε,
του έπιανε το χέρι τρομαγμένη. Ναι, όλη η φασαρία την είχε φοβίσει και ας ήταν
θαρραλέα από μικρή.

Η Κοραλία τα θυμόταν ολ’
αυτά, όλες αυτές τις αναμνήσεις, τα σκεφτόταν και αναρωτιόταν αν στ’ αλήθεια
αυτή γυναίκα ήταν μάγισσα ή ήταν απλώς ένα παρατσούκλι επειδή ήταν γόησσα με
τους άντρες.

Ο δρόμος που έπρεπε κάνει δεν
ήταν υπερβολικά πολύς. Σε μια σπηλιά ενός κατάξερου λόφου, δυτικά του χωριού,
είχε φτιάξει το κατάλυμα της η μάγισσα.

Έφτασε απ’ έξω απ’ την πόρτα
της. Πρόσεξε την πόρτα. Είχε σκαλισμένο ένα τετράγωνο που διαιρούνταν σε
μικρότερα τετράγωνα μέσα στα οποία υπήρχαν κάτι αριθμοί με διάφορα αλλόκοτα
σύμβολα που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της.

Χτύπησε τρεις φορές.

Δεν απάντησε κανείς.

Ξαναχτύπησε.

«Έρχομαι, έρχομαι…σε άκουσα
όποιος και αν είσαι…»

Άνοιξε η πόρτα και φάνηκε μια
υπέροχη γυναίκα, λεπτή, με μελιά μάτια, μαύρα μακριά μαλλιά, και υπέροχα χείλη.
Το κορμί της ήταν θεσπέσιο. Ναι, τώρα καταλάβαινε γιατί κόλαζε τόσους άντρες
στο χωριό. Τώρα καταλάβαινε για ποιο λόγο την είχαν διώξει.

«Καλώς την, πέρνα μέσα…»

Η Κοραλία πέρασε μέσα. Το
Κατάλυμα της μάγισσας, μισό σπηλιά – μισό ξύλινη καλύβα απέπνεε μια ατμόσφαιρα
ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου μαγικού, παράδοξου. Σε μια χύτρα έβραζε κάτι που
άφηνε μια έντονη μυρωδιά ενώ ταυτόχρονα οι μπουρμπουλήθρες που έσκαγαν που και
που έκαναν την Κοραλία να ανησυχεί για το τι είδους μείγματα έφτιαχνε μόνη της
εκεί μέσα.

Σε μια άκρη, είχε πεταμένα
κάτι βιβλία που έγραφαν για τίτλους

«Το κάλεσμα των πνευμάτων του
πόθου», «βότανα για αιώνια ομορφιά», «τα χρώματα της υγείας», «νεκρονομικόν»,
«μαγικά περάσματα»….

«Περίεργα βιβλία» σκέφτηκε
από μέσα της η Κοραλία

«Ξέρω τι σκέφτεσαι….
Σκέφτεσαι πώς είναι περίεργα βιβλία. Αυτό λένε όλοι.»

Η Κοραλία την κοίταξε
παραξενεμένη που είχε μαντέψει τη σκέψη της.

Η μάγισσα κάθισε σε μια
ψάθινα καρέκλα και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από ένα ναργιλέ που είχε δίπλα
της.

«Κάθισε…» είπε σχεδόν
αδιάφορα προς την Κοραλία.

Η Κοραλία έκατσε σε μια
παρόμοια ψάθινη καρέκλα με αυτήν που καθόταν η μάγισσα.

«Για ποιό λόγο ήρθες σε μένα;;;»

«Έχω ένα πρόβλημα που δεν
θέλω να το πεις σε κάποιον άλλο…»

«Μη φοβάσαι. Δεν έχω παρτίδες
με τους συγχωριανούς σου. Κατά συνέπεια το μυστικό σου είναι ασφαλές σε μένα.»

Η Κοραλία κόμπιασε για λίγο
σα να ήθελε να βρει τις κατάλληλες λέξεις.

«Υπάρχει έναν ξυλοκόπος που
μου αρέσει…..»

«Μάλισταααααα, ο έρως, η πιο
αρχαία ιστορία στο σύμπαν. Για συνέχισε, τι συμβαίνει με αυτόν…»

«Αρέσει σε πολλές κοπέλες του
χωρίου. Αρκετές έχουν πάει και μαζί του. Είναι βέβαια όμορφος αλλά εγώ δεν….δεν
τρελαίνομαι όπως οι άλλες. Κι’ όμως κάτι μέσα μου αντιδρά, συγκρούεται, τον
θέλει. Θέλω μια συμβουλή τι να κάνω.»

Ξανατράβηξε μια ρουφηξιά και
κοίταξε με τα μελιά διαπεραστικά μάτια της την Κοραλία και σηκώθηκε απ’ την
ψάθινη καρέκλα. Πλησίασε ένα ξύλινο ράφι που είχε πάνω διάφορα γυάλινα
μπουκαλάκια τα οποία είχαν διάφορα χρώματα και σχήματα. Έπιασε ένα κόκκινο.

«Ιδού η λύση σου…. Αυτός θα
σου πει τι θα κάνεις»

«Δε κατάλαβα….»

«Δε με ονομάτισαν  για την πλάκα ‘μάγισσα’ μικρούλα» είπε η
μάγισσα προς τη Κοραλία

Η Κοραλία λίγο νευρίασε που
την είπε «μικρούλα» αλλά είπε να κάνει πέρα το θυμό της. Ήταν η γυναίκα που
είχε τη λύση γι’ αυτό που την απασχολούσε. Δεν ήθελε να τσακωθεί μαζί της.

Η Μάγισσα συνέχισε «Αυτό το
μαγικό φίλτρο θα σε κάνει να συναντήσεις τον Θεό Έρωτα. Αυτό θα σου πει ακριβώς
τι νιώθεις. Θα σου πει επίσης τι πρέπει να κάνεις επακριβώς.»

«Θα τον συναντήσω;;; Μα πως;;;
Εγώ νόμιζα ότι αυτό ήταν ένα ρομαντικό παραμύθι για μικρά παιδιά.»

«Στο κόσμο της μαγείας
συναντάς πλάσματα που στον κανονικό κόσμο οι άνθρωποι τα έχουν για φαντασίες.
Κι’ όμως υπάρχουν. Άμα ποτέ θελήσεις να γίνει μάγισσα θα καταλάβεις τι εννοώ.»

«Eγώ;;; Μάγισσα;;; Mα μπορώ;;;

«Όλες μπορούν αρκεί να
θέλουν. Λοιπόν άκου τώρα για το φίλτρο…»

«Ακούω»

«Θα το πιείς και στην αρχή θα
ζαλιστείς κάπως. Ίσως και να λιποθυμήσεις. Μη φοβάσαι όμως. Αυτό το παθαίνουν
σχεδόν σε όλοι. Μετά θα δεις έναν πολύ όμορφο τύπο, αυτός είναι ο Έρωτας. Θα
τον αναγνωρίσεις από την κορμοστασιά του και το όμορφο βάδισμά του.»

«Θα μου κάνει κανένα άλλο
κακό το φίλτρο;;;»

«Όχι, το φίλτρο δε πειράζει
πουθενά. Η ζαλάδα συμβαίνει μόνο για να δείς αυτά που πρέπει να δεις, για να
αλλάξεις, για να περάσεις σε ένα πιο πνευματικό πεδίο.»

«Δεν καταλαβαίνω πολλά…» είπε
η Κοραλία.

«Δε πειράζει. Απλά πιες το»
και έδωσε το φίλτρο στο χέρι της.

Η Κοραλία το κοίταξε με ένα
αναλυτικό βλέμμα.

«Πιεστό το άτιμο!!!» ξανάπε
έντονα η μάγισσα, σαν να είχε θυμώσει με τη δειλία που έδειχνε η Κοραλία.

Η Κοραλία, κάπως φοβισμένα,
έβαλε το γυάλινο φιαλίδιο στα χείλη της και σιγά – σιγά άφησε να γλιστρήσει το
περιεχόμενο του στο λαρύγγι της. Το ένιωσε σα να της γαργαλούσε το λαιμό αλλά
από μέσα. Ήταν μια παράξενη αίσθηση και χαρούμενη ταυτόχρονα. Μετά είδε το χώρο
γύρο της. Ένιωσε να ζαλίζεται. Την 
μάγισσα την έβλεπε διπλή. Γύρω της έβλεπε διάφορα χρώματα, κόκκινα,
μπλε, μωβ, κίτρινα….γύριζαν γύρω –γύρω σαν κορδέλες που πετούσαν δω και κει.

Όλα έμοιαζαν τόσο διαφορετικά
όπως ποτέ της δεν είχε φανταστεί, λες και είχε μπει σε έναν κόσμο που συνυπήρχε
με τον δικό μας αλλά δεν τον έβλεπε.

Έπειτα έπιασε το κεφάλι της
που ένιωσε ότι πήγαινε να σπάσει από τους πόνους. Και τι περίεργο…ένιωσε πως το
κεφάλι της χωρίστηκε στα δυο. Ο πόνος κάπως ηρέμησε.

«Μα τι μου συμβαίνει;;;»

Πριν προφτάσει όμως να πάρει
απάντηση από τη μάγισσα, η Κοραλία λιποθύμησε.

Μετά, είδε κάτι άλλο. Μια
εικόνα, σαν ονειρική. Τα πάντα ήταν κίτρινα, το έδαφος, τα σύννεφα, ο ουρανός,
τα δέντρα…..όλα.

Σηκώθηκε. Είδε να την
πλησιάζει ένας άντρας. Ήταν όμορφος, πολύ όμορφος, με θεσπέσια κορμοστασιά και
ένα τέλειο βάδισμα. Ακριβώς όπως της είχε πει πως θα τον αναγνώριζε.

«Εσύ πρέπει να είσαι ο
Έρωτας»

«Και εσύ η Κοραλία που όλο
αρνείσαι την Αγάπη.»

«Δεν την αρνούμαι απλά δεν
είμαι καμία εύκολη»

«Αυτή τη δικαιολογία δίνεις
στον Εαυτό σου;;;
Xα!!! Είσαι απίστευτη!!!»

«Άκου να δεις…..μάλλον δε με
ξέρεις.» είπε μάλλον νευριασμένα η Κοραλία

«Όχι, άκουσέ με εσύ. Εγώ ζω
πολλές χιλιάδες χρόνια. Δεν είσαι η πρώτη που είναι παράξενη, που αποφεύγει να
αγαπήσει. Όλα τα όντα είμαστε μοναδικά από μια άποψη, αλλά δεν είναι η αγάπη
που μας κάνει μοναδικούς. Εκείνο που μας κάνει μοναδικούς είναι το να δούμε πως
αυτή καθ’ αυτή η Αγάπη είναι Φως, Φωτιά, Ενέργεια, Ζωή, Ύπαρξη. Αυτός που δεν
το αντιλαμβάνεται αυτό και το εννοεί σα κάτι το πεζό, είναι ο ίδιος πεζός, και
δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από όλους εκείνους που νομίζουν το ίδιο. Γι’ αυτό, αυτό
που έχεις μες στην καρδιά σου, μη το παλεύεις.»

«Αγαπώ κάποιον» είπε
παραπονιάρικα και με χαμηλή τη φωνή τώρα η Κοραλία.

«Ξέρω ποιόν αγαπάς. Σε
αγαπάει και αυτός αλλά είναι πολύ περήφανος για να κάνει την πρώτη κίνηση.
Πρέπει να τολμήσεις εσύ, αλλιώς θα χαθεί κάτι πολύ ωραίο.»

Τα μαγευτικά του μάτια την
κοίταξαν. Μέσα στις κόρες του έβλεπες γαλαξίες ολόκληρους να χορεύουν σε
ξέφρενους ρυθμούς, σα να ήταν ερωτευμένοι μεταξύ τους. Η Καρδιά του χτυπούσε
δυνατά. Την έβλεπε στο ημιδιαφανές σώμα του να συστέλλεται και να διαστέλλεται.
Αντί για αίμα υπήρχαν κάτι σαν υγροί κεραυνοί.

Η Κοραλία σε μια στιγμή τον
κοίταξε καταλαβαίνοντας πως τόσο καιρό έκανε λάθος.

«Και τώρα;;; Tί κάνω τώρα;;;»

«Είσαι γυναίκα 19 χρόνων.
Χρησιμοποίησε λίγο τη γοητεία σου, κάνε και συ καμία κίνηση.» της είπε.

«Αυτό απλά;;;»

«Ναι. Μα πρόσεχε.»

«Να προσέχω τι;;;»

«Οι κοπέλες του χωριού ίσως
ζηλέψουν που θα τους πάρεις τον άντρα τους»

«Δεν τις φοβάμαι αυτές»

«Το ίδιο έλεγε και η μάγισσα
στην ηλικία σου. Γι’ αυτό πρόσεχε».

«Θα με βοηθήσεις άμα συμβεί
τίποτα;;;»

Η εικόνα του «Θεού Έρωτα»
τρεμόπαιξε λίγο. Έπειτα άρχισε να τρεμοπαίζει πιο πολύ, σα φλόγα από καντήλι
που τελειώνει το λάδι και χάνει τη δύναμή της. Μα σαν από ένστικτό, η ηρωίδα
μας ήξερε πως δεν έφευγε ο Θεός αλλά αυτή η ίδια. Η επίδραση του φίλτρου ήταν
που έφτανε στο τέρμα της. Άπλωσε το δεξί της χέρι προς τον Έρωτα σα να ήθελε να
τον αγγίξει για να τον ευχαριστήσει. Μα δεν πρόλαβε.

Άκουσε μόνο την απάντησή της
σε αυτό που τον ρώτησε πριν

«Ναι, θα σε βοηθήσωωωωω……»

Ακούστηκε σαν ξεχασμένος
αντίλαλος, ενώ τα χρώματα μπερδευόντουσαν ανάκατα το ένα μέσα στο άλλο
αδυνατώντας να ξεχωρίσεις οτιδήποτε.

Η νεαρή ερωτευμένη ξύπνησε
χάμω στο πάτωμα, στο κέντρο του καταλύματος της μάγισσας. Ήταν ολόγυμνη. Και τα
ρούχα της ήταν πεταμένα δω και κει. Η μάγισσα καθόταν με το ναργιλέ  στο στόμα και την παρατηρούσε.

«Τι μου έκανες;;; Aν με πείραξες……»

«Βάλε πρώτα κανά ρούχο πάνω
σου. Το φίλτρο σένα επέδρασε πολύ ισχυρά. Έβγαλες μόνη σου τα ρούχα σου. Δε το
θυμάσαι;;;»

Η Μάγισσα φάνηκε να της λέει
την αλήθεια.

«Άλλωστε δεν έχω τα βίτσια
στα οποία αναφέρεσαι. Τι σου είπε ο Θεός Έρωτας;;;»

«Μου είπε να κάνω την πρώτη
κίνηση»

«Χμμμμ……..μόνο αυτό;;;

«Όχι….μου είπε πολλά. Αλλά θα
έρθω αύριο να στα πω. Επίσης θέλω να με κάνεις και μένα μάγισσα. Νομίζω θα μου
αρέσει.»

«Θα σε μάθω…αν και δεν
περίμενα τέτοια επιθυμία από σένα.»

Η Κοραλία ντυμένη όπως –
όπως, βγήκε από το κατάλυμα. Έξω έβρεχε, μα όχι πολύ. Ήταν ένα απαλό ψιλόβροχο,
μια όμορφη αίσθηση που έμοιαζε με αυτήν που είχε μέσα στην καρδιά της εκείνη τη
στιγμή.

Τα μάτια της είχαν μια αύρα
μεταξένια, έβγαζαν ένα φως λαμπερό. Ήταν σαν αυτό το φως που είχαν τα μάτια του
Θεού Έρωτα, με τους γαλαξίες που χόρευαν στις κόρες των ματιών του.

Η Κοραλία μπήκε στο χωριό όλο
αγωνία. Ρώτησε κάποιον στη τύχη που θα έβρισκε τον Φιν, τον ξυλοκόπο.

«Τέτοια ώρα θα κατεβάζει
μπύρες στο καπηλειό του Σίνα» είπε ένα μάλλον τεμπέλικο ύφος ο συγχωριανός της.

Η Κοραλία δεν έχασε καιρό.

Το Καπηλειό του Σίνα. Αυτό
ήταν ένα από τα τρία μεγαλύτερα που υπήρχαν στο κέντρο της πλατείας. Εκεί απ’
έξω, απ’ το ίδιο καπηλειό, είχαν τιμωρήσει την μάγισσα. Να ήταν άραγε τυχαίο;;;

Δεν ήξερε τι να σκεφτεί γι’
αυτό.

Σε δυο λεπτά είχε φτάσει στην
πλατεία, γεμάτη με χαρά και αγάπη.

Μπήκε μέσα στο καπηλειό και
κοίταξε με που μπορεί να ήταν.

Σε κάποια τραπέζια
καθόντουσαν διάφοροι θαμώνες και παίζανε χαρτιά. Ενώ δίπλα τους είχανε και από
κανά – δυο ποηράκια ούζο.

Αλλού κάποιοι παρακολουθούσαν
στη τηλεόραση ιππόδρομο, βρίζοντας και λέγοντας πως τα παιχνίδια ήταν στημένα.

Ο κάπελας πίσω από έναν πάγκο
γυάλιζε τα ποτήρια. Είδε την Κοραλία. Δεν πήγαινε συχνά στο μαγαζί του, το ‘χε
παρατηρήσει αυτό. Τι ήθελε λοιπόν τώρα κει;;;

Άφησε το ποτήρι που γυάλιζε
στον πάγκο ακριβώς μπροστά του.

«Τι να κεράσουμε τη μορφονιά
μας;;;» είπε με γλυκά λόγια, προφανώς για να την κερδίσει για να γίνει
πελάτισσά του.

«Δε θέλω τίποτα, απλά να μου
πεις που είναι ο Φιν»

«Πριν δυο λεπτά βγήκε έξω. Τι
τον θες;;;»

Η Κοραλία πετάχτηκε σα
πύραυλος απ το μαγαζί.

Βρήκε τον ξυλοκόπο της, τον
έρωτά της, μερικά μέτρα πιο πέρα, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο της πλατείας.

«Φιν γεια σου…σε έψαχνα.»

«Εσύ;;; Eσυ έψαχνες εμένα;;; Εσύ όλο με αγνωείς» είπε
παραξενεμένος ο Φιν

Η Κοραλία τον κοίταξε καλά –
καλά. Μα το Θεό ήταν πράγματι όμορφος!!! Είχε υπέροχες πλάτες και δυνατά
μπράτσα. Ήταν πολύ δυνατός για την ηλικία του.

Ο Φιν τη κοίταξε με
περιέργεια, σα να αναζητούσε κάτι απ’ αυτήν, σα να ήθελε να καταλάβει τι
συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Όμως στ’ αλήθεια, σ’ ένα επίπεδο είχε μαντέψει τι
τον ήθελε.

Ο Χρόνος έμοιαζε να έχει
παγώσει, δεν υπήρχε πριν ούτε μετά. Υπήρχε μόνο το Τώρα, ένα αιώνιο Τώρα.

Μες σε όλη αυτή τη βιωματική
αχρονικότητα, αντάλλαξαν ένα βλέμμα, ένα βλέμμα που ήταν μια σιωπηλή ομιλία.

«Σε θέλω» είπε τελικά η
Κοραλία

«Και γω» είπε το ίδιο
λακωνικά ο Φιν

Η Κοραλία τον πλησίασε. Τα
χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του. Ήταν ένα μαγικό φιλί. Ναι. Ένιωθαν πως
ήξεραν το λόγο που το σύμπαν υπάρχει. Ήταν η Αγάπη, η Αγάπη η ζωοποιός δύναμη.
Ναι.

Ο άνεμος κούνησε ελαφρά τα
κλαδιά του μεγάλου πλάτανου που υπήρχε από πάνω τους. Μια νεράιδα πάνω από ένα
κλαδί έβλεπε χαρούμενη αυτή τη σκηνή. Κούνησε τα λεπτά μικρά φτεράκια της,
όμοια με αυτά της λιβεβούλας και πέταξε στην καλή της αφέντρα, τη μάγισσα.

Ήθελε να της πει τα όμορφα
νέα. Θα της μετέφερε το μαντάτο πως μια ακτινοβόλος αγάπη είχε γεννηθεί.

Ναι, η μάγισσα είχε
εξιλεωθεί. Αυτή που ήταν το σύμβολο της λαγνείας για όλο το χωριό, τώρα
επιτέλους θα βοήθησε για την Αγάπη, την Αληθινή Αγάπη.

Ήταν μια υπέροχη βραδιά που
κανένα πλάσμα δε θα ξεχνούσε, κι’ αυτό γιατί μια φλόγα μαγείας γεννήθηκε από
εκείνο το φιλί.

 

Τέλος

O Έρωτας, το Ον που συνάντησε η

Κοραλία

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

3 Responses to Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΑΛΙΑΣ

  1. Ο/Η Αλήτισσα λέει:

    ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΜΑΡΙΕ ΠΟΥ ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΕΣ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟ, ΕΝΑΣ ΑΠΙΘΑΝΟΣ ΧΟΡΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΩΝ ΟΠΩΣ ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΞΕΚΙΝΑΣ!!!ΦΙΛΙΑ!!!

  2. Ο/Η vivi λέει:

    Πολύ όμορφο Μάριε..κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος….Καλημέρα!!!

  3. Ο/Η vivi λέει:

    Πολύ όμορφο Μάριε..κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος….Καλημέρα!!!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.