TO ΠΑΛΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

 

Η βαριά ξύλινη πόρτα του
παλιού έρημου σπιτιού άνοιξε σιγά – σιγά αφήνοντας να έναν τρόμο μες στην Ψυχή.

Το δωμάτιο, είχε μια βαριά
απειλητική ατμόσφαιρα. Μύριζε μούχλα και παντού υπήρχαν ιστοί από αράχνες. Ο
δωδεκάχρόνος Στηβ κοίταξε το φίλο του, το Μάικλ, που τον περνούσε δυο χρόνια. Ο
Μάικλ είχε και αυτός ιδρώσει.

«Δεν…δεν έχει τίποτα ούτε
εδώ….. είναι απλά τρομακτικά κάπως αλλά τίποτε άλλο. Δεν είναι στοιχειωμένο το
σπίτι».

Οι δυο νεαροί πράγματι έκαναν
μια «εξερεύνηση» σε ένα σπίτι της πόλης τους που φημολογούνταν πως μέσα υπήρχαν
στοιχειά και φαντάσματα. Κάποιοι λέγανε πως τις βαριές αφέγγαρες νύχτες είχαν
δει περίεργα φώτα από μέσα. Μα οι πιτσιρικάδες δε τα φοβούνταν ολ’
αυτά….τουλάχιστον έτσι λέγαν. Η Ισμήνη, η φίλη τους, δε συμφωνούσε και τους
περίμενε έξω από το σπίτι μαζί με τον Τζέικ.

Ο Μάικλ σε μια στιγμή, με την
άκρη του ματιού του είδε κάτι.

«Στηβ…νομίζω πως κάτι είδα.»

«Φαντασία σου θα ήταν…απλά
έχεις φοβηθεί.»

Ο Μάικλ δεν είπε τίποτα ότι
είχε κατουρηθεί πάνω του. Δεν ήθελε να τον κοροϊδέψει ο κολλητός του.

Ο Στηβ κοκάλωσε. Έγινε
κατάχλωμος!!! Λευκός σα σεντόνι!!!

«Στηβ;;;Tι τρέχει;;;»

«Φα…φα….φάντασμα………»

Πράγματι μπροστά τους
στεκόταν ένα γιγάντιο νεφελώδες πλάσμα με ένα απροσδιόριστό χρώμα που ήταν πέρα
από κάθε περιγραφή, ένα χρώμα που καταλάβαινες πως δεν είναι απ’ αυτό τον
κόσμο.

Ο φακός έπεσε από τα
τρεμάμενα χέρια του Στηβ και έσβησε.

Το απόλυτο σκοτάδι πήρε τη
θέση του και ο πανικός μπήκε στις δυο νεαρές Ψυχές.

Τα δυο παιδιά άρχισαν να
κατεβαίνουν τρέχοντας την μπαρόκ σκάλα του παλιού αρχοντικού, ενός αρχοντικού
που τώρα ήταν απλώς ένα στοιχειωμένο οίκημα.

Το φάντασμα έμοιαζε να έχει
ένα μακάβρια πρόσωπο, λες και φυλούσε εκείνο τον τόπο για το υπόλοιπο της
ύπαρξής του.

Η απόκοσμη φωνή του, τα
κατακόκκινα, σα τις φλόγες της κόλασης, μάτια του, δεν θα έσβηναν από τη μνήμη
των παιδιών.

«Βοήθεια μαμά μουυυυυυυυυ»
φώναζε ο Στηβ βγαίνοντας από το σπίτι χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον κορόιδευε
η Ισμήνη και ο Τζέικ

«Τρέχτεεεεεεεεεε,
φάντασμααααααααααααα» φώναζε πανικόβλητος ο Μάικλ ενώ έβγαινε τροχάδην από το
σπίτι με τα χέρια τεντωμένα μπροστά απ’ τον τρόμο.

Η Ισμήνη δεν πίστευε στα
μάτια της!!! Αυτοί οι δυο είναι που της έλεγαν πως δεν πιστεύουν σε φαντάσματα;;;

Τα παιδιά δεν σταμάτησαν να
τρέχουν πάρα μόνο όταν πέρασαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Και οι δυο
είχαν κατουρηθεί πάνω τους, ιδρωμένοι και πανικοβλημένοι. Η Ισμήνη προσπάθησε
να τους ηρεμήσει.

«Ηρεμήστε και οι δύο. Τι
είδατε;;;»

«Φάντασμα, ένα πολύ
τρομακτικό φάντασμα» είπε πρώτος ο Μάικλ

«Ναι, και μεγάλο κάπου δυο
μέτρα ψηλό» είπε ο Στηβ.

«Με κατακόκκινα μάτια»
συμπλήρωσε ο Μάικλ

Ο σκοτεινός νυχτερινός
ουρανός, με μόνο ίσως φως απ’ τη χλομή σελήνη, έριχνε μια μαγευτική δύναμη πάνω
στην γη, μια δυναμική γοητεία που δεν την έβλεπες αλλά σίγουρα την ένιωθες.

Οι δυο κολλητοί όμως δεν
δίνανε σημασία σ’ αυτό. Έτρεμαν ολόκληροι γι’ αυτό που είχανε δει. Και η
φωτογραφική;;;

A..o Στηβ την είχε
ξεχάσει σε ένα παλίο εβένινο τραπέζι, όμως δεν ξανάμπαινε με τίποτα μέσα. Όχι.
Απλά σκεφτόταν τι δικαιολογία θα έλεγε στον πατέρα του, απ τον οποίο την είχε
δανειστεί.

Σίγουρα τ’ άκουγε ο Στηβ. Ο
πατέρας του ήταν επαγγελματίας φωτογράφος και η μηχανή του αυτή την έπαιρνε στη
δουλειά.

«Μάικλ…..η μηχανή του πατέρα
μου έμεινε μέσα. Θα πας να την πάρεις;;;

«Ούτε γι’ αστείο!!!
Αποκλείεται!!! Άλλωστε είναι του δικού σου πατέρα η μηχανή, όχι του δικού
μου!!!» διαμαρτυρήθηκε ο Μάικλ.

«Παιδιά καλύτερα να πάτε
σπίτια σας, είστε ταραγμένοι» είπε ο Τζέικ.

«Έχει δίκιο ο Τζέικ» είπε η
Ισμήνη.

«Και η φωτογραφική;;;» είπε ο
Στηβ

«Θα τη πάρουμε το πρωί. Τα
φαντάσματα δεν βγαίνουν το πρωί. Έτσι δεν είναι
;;;

«Εεεεεε…… δε ξέρω…» είπε
δειλά ο Στήβ.»

«Πηγαίνετε σπίτι και θα δούμε
τι θα κάνουμε με την φωτογραφική.» επέμενε ευγενικά η Ισμήνη.

Τελικά η παρέα διαλύθηκε και
πήγαν όλοι σπίτια τους.

Η Ισμήνη όταν έφτασε σπίτι
έγραψε στο ημερολόγιό της όσα έγιναν και μετά έψαξε στο ίντερνετ για τα
φαντάσματα. Κάπου πήρε το μάτι της και για το στοιχειωμένο σπίτι που
εξερεύνησαν οι φίλοι της. Το είχε παλιά ένας πολύ ψηλός αρχοντάνθρωπος κάπου
δυο μέτρα. Ήταν περίεργος άνθρωπος, πλούσιος αλλά περίεργος. Είχε ασχοληθεί με
αλχημεία, πνευματισμό, νεκρομαντεία, ψυχικές δυνάμεις….ήταν πολύ περίεργος.

Κάποια φορά φέρθηκε σκληρά σε
ένα υπηρέτη του και εκείνος τον σκότωσε. Το σπίτι στοίχειωσε και ένας – ένας άρχισαν
να πεθαίνουν όσοι ζούσαν στο σπίτι.

Η Ισμήνη έμεινε άναυδη με
αυτά που διάβασε. Πήρε τον Τζέικ τηλέφωνο και του είπε αυτά που βρήκε.

Την επόμενη μέρα τα παιδιά
είχαν σχολείο. Δε μιλούσαν όμως γι’ αυτό. Έμοιαζαν να φοβούνται ακόμη και να
αναφέρουν την εμπειρία τους. Τι θα έλεγαν οι άλλοι αν τους έλεγαν για το
φάντασμα;;; Μάλλον θα τους κορόιδευαν, θα γελούσαν μαζί τους.

Ο Στηβ έφαγε το ξύλο της
χρονιάς του απ’ το πατέρα του όταν του είπε ότι έχασε τη μηχανή.

Από κείνη τη στιγμή έγινε
πολύ προσεκτικός, δε ξεχνούσε ποτέ τίποτα.

Ο μόνος που έμοιαζε να μην
έχει επηρεαστεί απ’ όλη αυτή την ιστορία ήταν ο Τζέικ, ο ψύχραιμος της παρέας.
Πάντα κρατούσε μια στάση που ότι και αν γινόταν νόμιζες πως ζούσε στον κόσμο
του.

Και το στοιχειωμένο σπίτι;;; Aααα….αυτό!!! Η παρέα δεν θα περνούσε ποτέ έξω  απ’ αυτό το σπίτι. Ότι και αν είχε γίνει στο
παρελθόν μέσα του, τους τρόμαξε τόσο πολύ που όταν αναγκάστηκε να περάσει μια
φορά από κει ο Στηβ λιποθύμησε στα μισά του δρόμου.

Ο τρόμος, λοιπόν, για την
παρέα, κατοικούσε εκεί. Ήταν ο δικός τους τρόμος και τον είχαν γνωρίσει.

Τις βαριές νύχτες του χειμώνα
κάποιοι συμμαθητές τους, τους έλεγαν για διάφορους τρομακτικούς θορύβους που
άκουγαν απ’ αυτό τον δρόμο. Η Ισμήνη, ο Στηβ, και ο Μάικλ. κοιταζόντουσαν μα
δεν έλεγαν τίποτα γιατί ήξεραν πως το φάντασμα υπήρχε ακόμη εκεί, τρομάζοντας
και κυνηγώντας όσους έβρισκε μπροστά του.

 

ΤΕΛΟΣ


Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to TO ΠΑΛΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

  1. Ο/Η yannidakis λέει:

    σαν την εικονα φανταζομουν το σπιτι της ιστοριας.Ο Τζεικ λες να ηξερε κατι που δεν ηξεραν οι αλλοι…….; :[

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.