Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΕΙΜΣ ΦΡΙΚ

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΕΙΜΣ ΦΡΙΚ

 

Ο Τζέιμς ξύπνησε έχοντας την
αίσθηση πως είχε δει έναν εφιάλτη. Δεν είχε βιώσει πολλές φορές στο παρελθόν
τέτοια συναισθήματα και έτσι προσπαθούσε να καταλάβει πως μια φανταστική
ανάμνηση μπορούσε να προκαλέσει πόνο. Μα ποια ήταν αυτή η ανάμνηση;;; Δε
μπορούσε ακριβώς να θυμηθεί όμως ένιωθε τον πόνο που έκλεινε μέσα της.

Πήγε στο λουτρό συνεχίζοντας
να σκέφτεται ολ’ αυτά. Πλύθηκε και η αλήθεια είναι πως φάνηκε να ένιωσε
καλύτερα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και μόρφασε. Ήταν αξύριστος μα δεν είχε
σημασία, ποτέ δεν είχε σημασία για τον Τζέιμς. Άλλωστε ένιωθε υπέροχα που είχε
αυτό το αξύριστο στυλ.

Κατευθύνθηκε στο σαλόνι και
μέσα από ένα ψεύτικο ξύλινο βιβλίο έβγαλε ένα περίστροφο. Το κοίταξε αν ήταν
γεμάτο. Ήταν. Το έκρυψε στην εσωτερική τα τσέπη του τζιν σακακιού του.

Ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό.
Θα γινόταν πλούσιος εκείνη τη μέρα, πολύ πλούσιος, το είχε αποφασίσει.

Βγήκε από το σπίτι και
περπάτησε για λίγο μες στην πόλη. Κοίταξε τα μαγαζιά και τον κόσμο…τον κόσμο
που αγόραζε και πουλούσε ότι ήθελε. Αυτός δε μπορούσε, όχι. Τον είχαν απολύσει.
Πριν μια εβδομάδα τον είχε απολύσει το αφεντικό του από το καλυκοποιείο
δίνοντάς του μια γελοία αποζημίωση.

«Χα!!!» κάγχασε μόνος του
σκεπτόμενος τις κακίες του συστήματος. Θα τους έδειχνε αυτός. Όχι μόνο θα
αποκτούσε χρήμα αλλά θα το κινούσε κιόλας. Θα γινόταν ο αφέντης του συστήματος.
Ναι!!!

Ο καιρός στο μεταξύ βάραινε
όλο και πιο πολύ.

Ο Τζέιμς Φρικ το Πρόσεξε.
Έπρεπε να κάνει γρήγορα. Μπήκε μέσα σε μια Τράπεζα. Κοίταξε γύρω του. Δεν είχε
πολύ κόσμο, εκτός από δυο – τρία άτομα.

Πριν τα καταλάβει κανείς
έβγαλε το περίστροφο από το σακάκι.

«Ληστεία, όλοι ακίνητοι!!!»
φώναξε

Όλοι πάγωσαν.

«Πέστε όλοι στο πάτωμα αλλιώς
πυροβολώ»

Με ένα ελαφίσιο πήδο ο Τζέιμς
βρέθηκε μέσα απ’ τις θυρίδες και μάζευε χρήματα σε μια σακούλα ενώ ταυτόχρονα
πρόσεχε μήπως τον πλησίαζε κανείς. Τέσσερεις σάκοι γεμάτοι χρήμα. Ήταν
πλούσιος!!! Τώρα έπρεπε να φύγει πριν έρθει η αστυνομία.

Ένας αστυνομικός μπήκε μέσα
στην τράπεζα, αγριωπός και φαινόταν πως δεν είχε όρεξη για τίποτα.

«Ψηλά τα χέρια κλέφτη!!!»

Ναι, τον απειλούσε με το
περίστροφό του.

Ο Τζέιμς όμως δε σταματούσε
όταν έβαζε κάτι στο μυαλό του. Πυροβόλησε τον αστυνομικό και εκείνος έπεσε
πληγωμένος στο πάτωμα ενώ ταυτόχρονα ανταπέδωσε τα πυρά.

Ο Τζέιμς πληγώθηκε στο δεξί
γόνατο. Το αίμα του έβαψε κόκκινα τα λευκά μάρμαρα του πατώματος.

Όχι, πονούσε. Εκείνος ο
αστυνομικός θα του κατέστρεφε όλα τα σχέδια.

Προσπάθησε να σηκωθεί. Δεν
μπορούσε. Ο Αστυνομικός ήταν πληγωμένος στον ώμο.

«Συλλαμβάνεσαι για απόπειρα
ληστείας.» και άκουσε τις χειροπέδες κλείνουν στα χέρια του.

Ο Φρικ χλόμιασε.

Τότε θυμήθηκε τον εφιάλτη,
τότε θυμήθηκε τι είχε δει στον ύπνο του. Χειροπέδες. Είχε δει χειροπέδες. Αυτός
ήταν ο πόνος που ένιωθε. Ήταν ένα όνειρο που τον προειδοποιούσε για το μέλλον
μα του έδωσε πολύ αργά σημασία. Οι πελάτες που βρίσκονταν εκεί τον κοιτούσαν με
περιφρόνηση. Ήταν σα να ήξερε τις σκέψεις τους. Τις έβλεπε πάνω στις εκφράσεις
του προσώπου τους.

«Αλήτη, υπάνθρωπε» …

Ναι, τον έβλεπαν έτσι.

Αισθάνθηκε χάλια.

Σε λίγο έξω από την τράπεζα
έφτασε η κλούβα. Τον έβαλαν μέσα.

Κοίταξε τον ουρανό. Ήξερε πως
θα ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε.

Του έφυγε ένα δάκρυ.

«Θα γινόμουν πλούσιος.
Ψιθύρισε»

Ο οδηγός της κλούβας τον
άκουσε και απάντησε:

«Όχι φίλε, έγινες κλέφτης
αλλά όχι πλούσιος.»

Ο Φρικ τον κοίταξε με μίσος
από το παραθυράκι. Δεν μπορούσε να πει τίποτα.

Το τέλος του ήταν ένα τέλος
που το έβλεπε ήδη. Θα σάπιζε μέσα στη φυλακή καμιά δεκαριά χρόνια. Όλα τα
όνειρα να γίνει ο αφέντης του συστήματος, να ανοίξει επιχειρήσεις με τα χρήματα
που είχε κλέψει, να αγοράσει βίλες….έφυγαν όλα στον άνεμο. Άλλο ένα δάκρυ του
έφυγε.

Ο Φρίκ τώρα συνειδητοποιούσε
απόλυτα το μέγεθος της παρανομίας του.

«Η ανομία οδηγεί στην φυλακή»
σκέφτηκε.

Μετά θυμήθηκε τότε που ήταν
παιδί, τότε που οι φτωχοί γονείς του, του είχαν  πάρει με τα λιγοστά χρήματά του ένα τρενάκι.

Είχε χαρεί τόσο πολύ.

Τώρα ένιωθε σα να είχε φτάσει
στο άλλο άκρο, μια απογοήτευση που πιο έντονη δε μπορούσε να γίνει.

«Ίσως λοιπόν αυτό είναι η
εκδίκηση του συστήματος για τους κλέφτες» σκέφτηκε.

Ο Αστυνομικός τον σήκωσε και
του είπε ξερά:

«Πάμε.»

Βγήκαν απ’ την κλούβα. Τον
περίμεναν πολλοί αστυνομικοί

Ο Φρικ μισούσε το
κατεστημένο, μα τώρα θα έμπαινε φυλακή. Άρπαξε με μια γρήγορη κίνηση το
περίστροφο του αστυνομικού που τον σήκωσε. Ο αστυνομικός ξαφνιάστηκε.

Ο Τζέιμς απείλησε για λίγο
τους αστυνόμους που ήταν γύρο του και μετά έβαλε το πιστόλι στον κρόταφό του.
Πυροβόλησε.

Αίματα χύθηκαν παντού. Το
νεκρό σώμα του Τζέιμς κειτόταν χάμω.

Ο βαρύς ουρανός άρχισε να
ρίχνει ένα ψιλόβροχο λες και ένιωσε τι έγινε.

Μια περαστική λιγνή και
όμορφη γυναίκα, με ψώνια στα χέρια, πλησίασε. Είχε δει τι έγινε.

Γονάτισε και τον φίλησε στα
χείλη. «Καλό ταξίδι» του είπε.

Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε
από μακριά και η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Ο Τζέιμς είχε περάσει στον άλλο
κόσμο γιατί έβλεπε πως πια αυτή ήταν η μόνη του επιλογή, μια επιλογή που ήταν
πολύ αυστηρή αν και ο Τζέιμς πάντα ήταν αυστηρός με τον εαυτό του. Το αίματα
πεζοδρόμιο προκαλούσαν σοκ σε όποιον περνούσε.

Η νύχτα έπεφτε στην πόλη σιγά
– σιγά και το ολόγιομο φεγγάρι έδειχνε το ασημί πρόσωπό του.

Μια Ψυχή είχε δύσει εκείνη
την ημέρα, ίσως όχι με τον καλύτερο τρόπο αλλά είχε δύσει, είχε περάσει «κάπου
αλλού».

Ήταν σαν ένα αγριολούλουδο να
είχε χαθεί….

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΕΙΜΣ ΦΡΙΚ

  1. Ο/Η yannidakis λέει:

    η ιστορια ειναι ωραια, αλλα κολλησα με το τελειωμα σου!πολυ περιγραφικο :[

  2. Ο/Η Mάριος λέει:

    Ευχαριστώ yannidakis

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.