ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Σταύρωση και θάνατος του Σωτήρος



 

Τόπος: Iερουσαλήμ

Χρόνος: 33 μ.Χ.

 

Τι ήταν ολ’ αυτά που
συνέβαιναν;;;

Υπήρχε μια γενική αναστάτωση
σε όλη την πόλη.

Στους δρόμους τρείς άνθρωποι
κουβαλούσαν το σταυρό τους, μα ο ένας εξ’ αυτών 
είχε ένα λαμπρό και άγιο πρόσωπο, ακτινοβόλο και όλο ένα Θείο Φως. Οι
λεγεωνάριοι ήταν στο πλάι τους

Ο άνθρωπος αυτός, λέγανε οι
φήμες, πως είχε αναστήσει έναν ενήλικα και ένα μικρό κορίτσι. Άλλοι λέγανε πως
είχανε δει με τα μάτια τους να πολλαπλασιάζει το ψωμί και το ψάρι σε τεράστιες
ποσότητες που στην αρχή ελάχιστα απ’ αυτά μέσα σε ένα κοφίνι. Άλλοι πάλι
μιλούσαν ως μέχρι τότε ως εξής: «τον είδαμε να γιατρεύει έναν παράλυτο, να τον
κάνει καλά»

Μήπως αυτός ήταν μάγος ή
θεραπευτής;;; Δεν ήξεραν. Κάποιοι βέβαια με ολ’ αυτά τον έλεγαν Μεσσία. Τον
θαύμαζαν τόσοι και τόσοι άνθρωποι…

Μα τώρα, η αχαριστία σε όλο
της το μεγαλείο!!! Αυτός που τόσα καλά είχε κάνει γι’ αυτούς τους ανθρώπους,
τώρα είχε καταδικαστεί εις θάνατο!!! Μεγάλη αμαρτία!!!

Ο όχλος τώρα του φώναζε.
Έμοιαζε οργισμένος απέναντί του.

Κάποιοι, που αποκαλούνταν
«μαθητές» και ήταν πολύ κοντινά του πρόσωπα, παρακολουθούσαν με αγωνία.

Σε μια στιγμή, ο άγιος αυτός
άνθρωπος, απ’ την κούραση θέλησε να κοντοσταθεί στο τοίχο ενός σπιτιού

«Όχι, εδώ» του είπε με κακία
εκείνος που είχε το σπίτι, καταλαβαίνοντας τις προσθέσεις του άγιου που θέλαν
να σταυρώσουν.

«Να περιπλανιέσαι αιωνίως,
αυτό σου δίνω, επειδή δε με άφησες να ξαποστάσω»

Ο Ιουδαίος που αρνήθηκε,
μόλις το άκουσε αυτό έγινε λευκός σα χαρτί από το φόβο.

Ο Άγιος αυτός άνθρωπος
λεγόταν Ιησούς, και είχε περιπέσει σε δυσμένεια από τους Γραμματείς και
Φαρισαίους της εποχής. Ο σταυρός που κουβαλούσε όμως τώρα δεν ήταν η δυσμένειά
τους. Ήταν κάτι που ήξερε πως έπρεπε να γίνει. Ο σταυρός αυτός ήταν η
πνευματικότητα του ίδιου του Εαυτού του. Κάθε στιγμή που περνούσε ήταν λες και
έβλεπε τις σκέψεις των κοινών αυτών ανθρώπων, ήταν  λες και έβλεπε μες στις καρδιές τους τι
ανάγκες τους και τις αγωνίες τους. Ήταν σα να ήταν ένα μαζί τους κι’ όμως
ταυτόχρονα ένιωθε πως ήταν και σε μια ξεχωριστή θέση από αυτούς. Σκεφτόταν
επίσης τις παρακλήσεις που είχε απευθύνει προς το Θεό στο Κήπο της Γεσθημανή.
Είχε καταλάβει εκεί πως πλησίαζε η γι’ αυτόν η σκοτεινή νύχτα της Ψυχή του, η
ώρα που θα μενε μετέωρος από βοήθεια. Ω, ναι, το ‘χε καταλάβει πολύ καλά. Οι
πόνοι που τώρα ένιωθε, τα μαστιγώματα, οι εξευτελισμοί, ήταν η εκδήλωση των
ποτήριου που θα θελε να αποφύγει, του ποτήριου που παρακαλούσε στον Κήπο της
Γεσθημανή να μην πιεί.

Οι δυνάμεις του Ιησού, όλη
αυτή την ώρα έμοιαζαν σιγά – σιγά να τον εγκαταλείπουν. Οι σωματικές ίσως,
γιατί το ερευνητικό βλέμμα του έδειχνε πως τον πνεύμα του ήταν πιο ακμαίο από
ποτέ.    

Οι τρεις μελλοθάνατοι, τελικά
και βασανιστικά, βάδισαν ως το μέρος που θα σταυρωνόντουσαν. Ήταν ένας λόφος
που είχε το μακάβριο όνομα «κρανίου τόπος». Οι Λεγεωνάριοι άρχισαν καρφώνουν τα
καρφιά στον καθένα τους. Οι σταυροί τοποθετήθηκαν σε σειρά. Στ’ αριστερά ένας
ληστής, στα δεξιά ένας άλλος ληστής και ανάμεσα στους δυο ο Ιησούς.

Ο όχλος τον περιέπαιζε και
έλεγε «Κοιτάξτε τον!!! Μα αυτός είναι που ανέσταινε ανθρώπους!!! Αν είναι έτσι
ας κατέβει από τον Σταυρό, αφού του δίνει τέτοια δύναμη ο Θεός!!!» Και λέγοντας
αυτά γελούσαν μην καταλαβαίνοντας πως μπροστά τους είχαν τον Σωτήρα.

Κάποιος Ρωμαίος με μακρύ
πρόσωπο και μαύρα μαλλιά σκαρφάλωσε και έβαλε μια επιγραφή πάνω απ’ τον μεσαίο
σταυρό που έλεγε «Ιησούς ο Βασιλεύς των Ιουδαίων». Την τοποθέτησε καλά, και
βεβαιώθηκε ότι δεν θα έπεφτε. Μετά την κατέβηκε και παρατηρώντας την όλη εικόνα
χαχάνισε με ένα χαχανιτό που είχε τη χροιά του σαρκασμού.

Εεεε… δεν είναι βασιλιάς μας
αυτός!!!» Έκανε όλο νεύρα ένας Ιουδαίος και συμφώνησαν πολλοί άλλοι μαζί
του. 

«Χαχαχα… κοιτάξτε χιτώνιο
είχε!!!» έκανε ένας Ρωμαίος γιγαντόσωμος και μυώδης λεγεωνάριος από αυτούς που
τον είχαν πάει μέχρι το λόφο. Κρατούσε το κόκκινο χιτώνα του Ιησού, που τον
είχε πάρει λίγο πιο πριν.

«Δώστο σε μένα αφού δε τον
θες» είπε ένας άλλος.

«Σε μένα θα τον δώσεις» είπε
κάποιος άλλος που είχε βγάλει το κράνος του

«Όχι» είπε αυτός που τον
κρατούσε. Και συνέχισε: «Αν τον θέλετε θα τον παίξουμε στα ζάρια»

Οι άλλοι δυο γέλασαν στην
αρχή μα ύστερα συμφώνησαν.

Ο ουρανός στο μεταξύ φάνηκε
να μαζεύει σύννεφα και η ατμόσφαιρα. έμοιαζε βαριά, σα να προοιώνιζε ένα
μοναδικά τρομερό γεγονός.

Ένας κεραυνός έπεσε κάπου
μακριά και οι λεγεωνάριοι που έπαιζαν στα ζάρια τον χιτώνα του Ιησού κοίταξαν
ψηλά σαν κάπου μέσα τους να είχαν νιώσει πως όντως σταύρωναν τον ίδιο το
Σωτήρα.

Στο λόφο, ανάμεσα στους
λεγεωνάριους ήταν και ο εκατόνταρχός τους.

Ο εκατόνταρχος κοίταξε με ένα
βλέμμα όλο μετάνοια τον άνθρωπο στον μεσαίο σταυρό. Αναρωτήθηκε μέσα του αν
ήταν κάποιος Άγιος που σταύρωναν. Κι’ αν ήταν
;;; σταυρωνόταν άραγε άδικα;;;

Ο Αριστερός ληστής, σε μια
στιγμή, είπε με τραχιά φωνή: «Ε, συ που όλο κάνεις θαύματα, λένε ότι είσαι γιος
του Θεού. Αν είναι έτσι, κάνε ένα θαύμα και λύτρωσε μας…κατέβασε μας από το
σταυρό.»

Ο Ιησούς έμοιαζε να μην θέλει
να δώσει απάντηση σ’ αυτό.

«Αναιδή!!! Ακόμα και δω άκου
πως μιλάς!!! Εμείς δικαίως είμαστε σ’ αυτή τη θέση, αλλά αυτός….»

«Αυτός τι;;;» είπε ο άλλος

«Αυτός δεν έκανε  ποτέ του κανένα κακό!!!»

Ο ληστής στ’ αριστερά πήρε
ένα θυμωμένο ύφος σαν μόλις να τον είχαν βρίσει, σαν να τον είχαν πει
«κακό». 

Ο Ιησούς κοίταξε τον ληστή
στα δεξιά του που το είπε αυτό.

«Αύριο θα είσαι μαζί μου στον
Παράδεισο»

Ο Ιησούς το είχε πει αυτό με
μια φωνή που ίσα – ίσα  που έβγαινε εξ’
αιτίας του πολύ πόνου.

Κάτω από το σταυρό, εκτός από
τον όχλο και τους λεγεωνάριους είχαν μαζευτεί και οι μαθητές του, τους οποίους
δίδασκε την Θεία Αγάπη. Η μητέρα του τον πλησίασε. Τι πόνος να βλέπει μάνα το παιδί
της να πεθαίνει. Φρικτός πόνος!!! Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι απ’ τα μάτια της.
Τα χέρια της όλο κάλυπταν που και που το πρόσωπο της μην μπορώντας να αντέξει
αυτή τη θέα, την θέα του παιδιού της που οι πληγές του το έκαναν να υποφέρει
αφάνταστα. «Τι τους έφταιγε;;;»

Έλεγε συνέχεια μέσα απ’ τα
δόντια της. Όχι, ίσως ήταν ένας εφιάλτης που ζούσε και ύστερα θα ξυπνούσε και
όλα θα ήταν καλά. Έκλεινε τα μάτια, τα ξανάνοιγε μα δε γινόταν κάτι. Δεν ήταν
εφιάλτης, ήταν πραγματικότητα. Ό γιός της ήταν στο σταυρό!!! Τα δάκρυά της δε
μπορούσαν να σταματήσουν.

Ο Ιησούς την κοίταξε. Ήξερε
ότι λυπόταν γι’ αυτόν μα δεν θα πρεπε. Δεν είχε συνειδητοποιήσει η μητέρα του
πως ο σταυρός του δεν είχε την έννοια του μαρτυρικού θανάτου αλλά της λύτρωσης
όλων των ανθρώπων. Όμως φυσικά ήταν μητέρα και πονούσε για το γιό της όπως κάθε
μάνα. Η εσωτερική ηχώ αυτής της θυσίας, στ’ αλήθεια έμοιαζε να ακούγεται στα
πέρατα του διαστήματος.

Η μήτερά του τον κοίταξε πάλι
για άλλη μια φορά. Τον κοίταξε και είδε τον ματωμένο και γεμάτο ταλαιπωρίες γιό
της.

Την κοίταξε σιωπηλά και
κείνος.

Με ένα νεύμα της έδειξε έναν
από τους μαθητές του που ήταν στο πλάι της

«Μητέρα, αυτός είναι ο γιός
σου.»

Τα λόγια του ξέφυγαν με έναν
δραματικό τόνο μες απ’ το στόμα του. και η μητέρα έπεσε στο έδαφος όλο λυγμούς.
Ο μαθητής του Ιησού που ήταν πλάι της, ο Ιωάννης, την σήκωσε. Ήταν και ο ίδιος
απίστευτα κουρασμένος μα διατηρούσε το νου του καθαρό. Οι συναισθηματικές
εκρήξεις δεν του ταίριαζαν. Όχι ότι ήταν αναίσθητος ή απαθής. Κάθε άλλο. Ήταν
και αυτός άνθρωπος μα δε το συνήθιζε να ξεσπά. Το φωτεινό πρόσωπό του σου
πρόσφερε μια αίσθηση πως είχε μια λαμπρή καλοσύνη μέσα του.

«Τι συμβαίνει εδώ;;;» ρώτησε
με ένα αυστηρό ύφος ο εκατόνταρχος που πριν αναρωτιόταν αν αυτός στον μεσαίο
σταυρό σταυρωνόταν άδικα.

«Τι…τι… τίποτα…» τραύλισε ο
Ιωάννης όταν  τον είδε με το Κοντάρι στο
δεξί χέρι και την βαριά τετράγωνη ασπίδα στ’ αριστερό.

Μετά βρήκε το κουράγιο και
συμπλήρωσε «Απλά είναι η μητέρα του» και έδειξε με ένα νεύμα προς το Χριστό.

«Α, αυτού….» είπε ο Ρωμαίος.
«Εντάξει, αλλά μην πλησιάζετε πολύ. Απαγορεύεται» είπε και οι μυς του προσώπου
του είχαν μοιάσει σαν να μην είχαν «σπάσει» καθόλου ενώ το λέγαν.

Ένας λεγεωνάριος πλησίασε τον
εκατόνταρχο και του ψιθύρισε κάτι. Εκείνος τον άκουσε προσεκτικά και μετά
κοίταξε προς το μεσαίο σταυρό. Φάνηκε σκεφτικός.

«Εντάξει» είπε στο λεγεώναριο
και ο λεγεωνάριος αποχώρησε.

Στο μεταξύ, ο Ιησούς, είχε
μια φωτεινότητα που θα ταίριαζε σε κάποιον που είναι σε αυτό – περισυλλογή όχι
σε κάποιον που υποφέρει. Ναι είχε ένα μεγαλείο Ψυχής, ακόμα και κει. Η
ανταπόκρισή του πνεύματός του εξέπεμπε μια ακτινοβολία. Η βαθιά αναπνοή του,
λες και τον επανένωνε με το Όλον, δεν έμοιαζε με αυτές όσων των
παρακολουθούσαν. Ήταν σαν να μιλούσε μέσα του το Σχέδιο του Θεού, σα να βλέπε
με διαύγεια όλο τον κόσμο. Οι άλλοι έβλεπαν καταπονημένο σώμα του, μα σίγουρα
δεν έβλεπαν το ακούραστο πνεύμα του.

Η ώρα πλησίαζε.  Ο Ιησούς το ξερε. Ένιωθε την ηλεκτρισμένη
ατμόσφαιρα να μεγαλώνει και μεγαλώνει. Ήξερε ποιες λέξεις να πει, ήξερε ότι
τώρα όλα ήταν μια ατραπός που θα λύτρωνε και θα φώτιζε.

Οι άνθρωποι από κάτω, αυτός
πάνω στο σταυρό, οι Ρωμαίοι, ή μητέρα του να υποφέρει, ο μαθητής του ο Ιωάννης…

Ένα νεαρό παιδί τον είδε από
κάτω και τον κοίταξε με ένα διαπεραστικό βλέμμα.

«Γειά σου. Η ώρα της δόξας
σου πλησιάζει» του είπε χωρίς καν να κουνήσει τα χείλια του.

Ο Ιησούς χωρίς και αυτός να
κουνήσει τα χείλια είπε:

«Το ξέρω. Το νερό, η γη και ό
αέρας συναντιούνται. Το βλέπω»

«Ναι.»

Οι άλλοι δεν έμοιαζαν να
ακούν τον διάλογο τους, γιατί αυτός δεν έμοιαζε να γίνεται με ήχους. Ήταν..
ήταν, σαν να επρόκειτο για κάτι άλλο που υψωνόταν πέραν των δυνατοτήτων τους,
και γι’ αυτό δε μπορούσαν να τους ακούσουν.

Απ τον ουρανό ακούστηκε μια
βροντή και μετά μια άλλη. Μετά μια τρίτη ολοκλήρωσε το κονσέρτο του βρυχηθμού
των νεφών που είχαν συγκεντρωθεί.

Το παιδί είχε φύγει. Κάνεις
σχεδόν δεν το είχε προσέξει, εκτός ίσως από τον εκατόνταρχο που είχε δει σ’
αυτό κάτι που δεν μπορούσε να πει πως ήταν ανθρώπινο.

Ο Εκατόνταρχος, θυμόταν στη
συνέχεια πως το σώμα του παιδιού, λίγο πριν φύγει, έμοιαζε διαφανές με
οριζόντιες φωτεινές σπείρες. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Αλλά πάλι, μπορεί να
ήταν στην φαντασία του, αν και ήξερε πως δεν είχε πιεί κρασί.

Ο Ιησούς ψέλλισε κάτι στα
Αραμαϊκά:

«Διψώ…»

Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος ρώτησε
έναν άσχημο και ξερακιανό Ιουδαίο τι είπε ο Ιησούς. Ο Ιουδαίος του είπε.
Εκατόνταρχος έβαλε στο κοντάρι του ένα σπόγγο με ξύδι και το πρόσφερε στο στόμα
του Ιησού.

«Αααααα……»

Για άλλη μια φορά η φωνή του
Ιησού είχε ένα χρώμα δραματικότητας.

Ο Εκατόνταρχος τον λυπόταν
αλλά προσπαθούσε να μην το δείχνει. Δεν ήθελε να φαίνεται αδύναμος μπρος στους
λεγεωνάριους του.

«Μια πράξη καλοσύνης είναι
κι’ αυτό» και του τρύπησε το δεξί πλευρό.

Το αίμα έσταξε και φάνηκε να
λούζει όλη τη δεξιά όψη του σταυρού.

Κάποιος ευσεβής άνθρωπος,
μάζεψε με ένα ξύλινο κύπελλο το αίμα που χύθηκε. Ήταν ο Ιωσήφ ο εξ Αριμαθαίας
που πρόσωπό του έμοιαζε να κατανοεί τι συνέβαινε.         

Ο Ιησούς πάνω στο σταυρό είχε
κλείσει τα μάτια τώρα, και έμοιαζε να προετοιμάζει τον Εαυτό του για την
αναμενόμενη  κορύφωση.

«Θεέ μου, Θεέ μου, στα χέρια
σου παραδίδω το πνεύμα μου. Τετέλεσται».

Η φωνή του είχε βγει ήταν πιο
δραματική από κάθε άλλη στιγμή.

Ένας κεραυνός έσκισε στα δυο
τον ουρανό και άνεμος ξαφνικά δυνάμωσε πολύ. Τα μαύρα σύννεφα άρχισαν να
ρίχνουν σιγά – σιγά ψιχάλες λες. Όλη η φύση συμμετείχε.

Μια τρομερή δόνηση έγινε και
μετά ένα βουητό

«Σεισμός, σεισμός»… φώναξαν
όλοι.

Ο εκατόνταρχος τον κοίταξε εν
όσο γινόταν ο σεισμός.

Είδε το θάνατο του Ιησού.
Είχε πεθάνει εκεί και το χε νιώσει.

«Δεν το χωράει ο νους μου!!!
Τελικά αυτός ο άνθρωπος ήταν γιός του Θεού και μεις τον σταυρώσαμε» είπε.

Ξεροπνίγηκε,  σα να φοβήθηκε που τον λόγχισε πιο πριν στα
πλευρά.

«Λογγίνε» φώναξε κάποιος.

«Εκατόνταρχος Λογγίνος, για
σένα νεοσύλλεκτε» είπε αυστηρά στον λεγεωνάριο που του φώναξε.

«Μάλιστα Κύριε, απλά ήθελα να
πω πως φαίνεται πως έχει πεθάνει ο μεσαίος. Τι κάνουμε τώρα
;;;»

«Θα περιμένεις εντολές όπως
όλοι.

«Και η βροχή;;;»

«Είσαι όντως νεοσύλλεκτος. Θα
μάθεις να την υπομένεις»

Οι κλαυθμοί τώρα της μητέρας
του Ιησού σπάραζαν την καρδιά. Ο Ιωσήφ ο εξ Αριμαθαίας την πλησίασε και της
είπε στ’ αυτί

«Μη φοβάσε, ζει απλά εμείς δε
το βλέπουμε.»

Ο Ιωάννης το άκουσε και
φάνηκε να το καταλαβαίνει.

Πάνω στο σταυρό, ο Ιησούς
φάνταζε να έχει εκτελέσει το καθήκον του.

Το Σχέδιο της Ψυχής του ήταν σα
να είχε ευθυγραμμιστεί πλέον απόλυτα και μια για πάντα με το Σχέδιο της
Βασιλείας των Ουρανών. Ένα αχνό χαμόγελο διαγραφόταν στο πρόσωπό του Ιησού, σα
να είχε βγει νικητής από μια μάχη. Μάχη. Ναι, μια μάχη που δεν ήταν όμως αυτού
του κόσμου.

«Η ώρα του κινδύνου για την θαρραλέα
Ψυχή ζυγώνει…»

Ο Ιωάννης θυμήθηκε αυτά τα
λογία που τους έλεγε δάσκαλός τους όταν ήταν ανάμεσα τους, όταν δε μιλούσε
στους όχλους, ενώ ταυτόχρονα κοίταζε ψηλά στον ουρανό. Δε θα τα
γραφε πουθενά. Του ήταν τόσο ιερά τώρα για που δεν
έπρεπε να γραφτούν.

Όσο σκεφτόταν όσα είχαν
γίνει, όσα είχαν ειπωθεί, άφηνε τις ψιχάλες της βροχής να τον χτυπάνε στο
πρόσωπο σα να χαν αυτές οι σταγόνες κάτι το ιδιαίτερο.

«Κατεβάστε αυτόν απ’ τον
μεσαίο σταυρό» φώναξε με προστακτικό τόνο ο Εκατόνταρχος Λογγίνος

Οι λεγεωνάριοι ανέβηκαν στο
σταυρό και μια έκδηλη αγανάκτηση για την όλη αγγαρεία κατέβασαν το σώμα του
Ιησού.

Η μητέρα του έπεσε πάνω στο
κορμί του. Αυτή τη φορά δεν άφησε ιχνός από δάκρυ. Κάτι μέσα της έλεγε πως η
θυσία του ήταν πράξη μιας αληθινά μεγάλης Ψυχής. Κοίταξε το πρόσωπό του.
Έλαμπε. Όχι, ο Ιωσήφ εξ Αριμαθαίας είχε δίκιο. Ζούσε, απλά δεν το βλέπε.

«Θα αναστηθεί ξέρετε» είπε ο
Ιωάννης στον Λογγίνο.

«Το ξέρω» είπε ο Λογγίνος.
Και συνέχισε «και ελπίζω να το μάθουν όλοι αυτά που ζήσαμε εδώ.» και κοίταξε
την λόγχη του που είχε ακόμα το  αίμα του
Ιησού. Μια γραμμή αίματος είχε σχηματιστεί από το λόγχισμα που είχε μείνει πάνω
στο κοντάρι, και όσο την παρατηρούσε τόσο σκεφτόταν πως δεν θα την έπλενε. Όχι
αυτή τη φορά. Όχι!!! Είχε σκοτώσει αναρίθμητους εβραίους με το ίδιο κοντάρι σε
διάφορες εξεγέρσεις αλλά αυτό το αίμα είχε κάτι, κάτι που με την άκρη του
μυαλού του είχε καταλάβει πως έπρεπε να διατηρήσει σα μνήμη για όσα συνέβησαν
εκείνη τη μέρα.

Το χώμα στο έδαφος τώρα είχε
ένα πιο σκούρο χρώμα μιας και σιγά – σιγά βράδυαζε. Οι περισσότεροι άνθρωποι
είχαν αποχωρήσει πια από το λόφο, ενώ τα σύννεφα στον ουρανό είχαν αραιώσει.

Στις παρυφές του λόφου ένα
παιδί έμοιαζε  να χαμογελάει. Ήταν το
παιδί που είχε μιλήσει με τον Ιησού πιο πριν.

«Σ’ ευχαριστούμε όλοι» είπε το παιδί

Έγινε διάφανο σιγά – σιγά και
εξαφανίστηκε.

Μια παπαρούνα είχε φυτρώσει
στο μέρος που ήταν το παιδί, μια κατακόκκινη παπαρούνα που το δικό της άρωμα
πρόσφερε άρωμα και ρώμη στο όλο σκηνικό.

Ο απαλός πέπλος πλέον της
νύχτας σκέπασε εντελώς το τοπίο. Τ’ αστέρια από ψηλά κοιτούσαν με τα φώτα τους
ένα πνεύμα που τα είχε αγγίξει.

Η γαλήνη υπήρχε πλέον σαν
λεπτοφυής μια αύρα.  Η ανιδιοτελής Αγάπη,
η πλήρης άρνηση κάθε συμφέροντος. Ναι, τα’ αστέρια τα βλέπαν που οι θνητοί δε
βλέπαν. Μα πάλι, αναρωτιόντουσαν γι’ αυτό που είχε εκφράσει ο Ιησούς:

«Θα κάνετε ότι έκανα και γω
κι’ ακόμη περισσότερα.»

 

 

Τέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

Διευκρινιστική Σημείωσις:

 Γράφων είναι
καλλιτέχνης και όχι αντιγραφέας άλλων βιβλίων.

Το διήγημα αυτό βασίζεται μεν σε βιβλία της καινής
διαθήκης αλλά

Δεν είναι κάποια αντιγραφή τους. Επίσης, ό γράφων δεν
θεωρεί πως

κατ’ ουδένα τρόπο αλλοίωσε κάτι, αφού η τέχνη είναι
ερμηνεία της

πραγματικότητος, και όχι η πραγματικότητα η ίδια

Άλλωστε, ο καθείς μπορεί να ανοίξει την Καινή διαθήκη

να διαβάσει αυτά που έχει μάθει.

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

11 Responses to ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

  1. Ο/Η yannidakis λέει:

    οχι. δεν κατακρινω το διηγημα σου.το απεδωσες με ενδιαφερον τροπο & σε επαινω γι\’αυτο :[

  2. Ο/Η Mάριος λέει:

    Ευχαριστώ φίλε μου, να σαι καλά.

  3. Ο/Η Τζωρτζίνα λέει:

    Πολύ όμορφο Μάριε…!!!Σου εύχομαι καλό Πάσχα με Υγεία και μια Λαμπερή Ανάσταση στα όνειρα και τις προσδοκίες σου.Καλή αντάμωση Far East μόλις επιστρέψω ;))

  4. Ο/Η Ντόρα λέει:

    Καλη Ανασταση Μαριε..Πολυ ομορφο..νασαι καλα!

  5. Ο/Η Mάριος λέει:

    Eyχαριστώ Ντόρα, ευχαριστώ Τζωρτζίνα.Να περάσετε και σεις μια όμορφη ανάσταση(και ανάταση)στο φυσικό, αστρικό, νοητικό, ατμικό και… βουδδικό σας σώμα.Ξεκουραστείτε, αράξτε και βρείτε τη προσωπική σας Νιρβάνα.

  6. Ο/Η lina λέει:

    Να εισαι καλα Μαριε…ΣΕ ΕΥΧΑΡΗΣΤΟΥΜΕ….ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΦΙΛΕ ΜΟΥ!!!

  7. Ο/Η Annyra λέει:

    Καλό μήνα, καλημέρα φίλε Μάριε.Βρίσκω υπέροχο το άρθρο σου συγχαρητήρια.Όμως διαβάζοντας στο τέλος τις διευκρινίσεις πικράθηκα λίγο…Νομίζω φίλε Μάριε ότι δεν χρειαζόντουσαν…Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να καταλάβουν…δεν θα καταλάβουν με τίποτα…Σβήσε τα σε παρακαλώ. Γράψε επάνω στην αρχή της καταχώρησης «ΔΙΗΓΗΜΑ», μην χαλάς την όμορφη πνευματική εργασία σου με απολογίες…Να περάσεις εξαίσια και πνευματικά τούτες τις κατανυκτικές ημέρες.Ανάταση Πνεύματος.Να είσαι πάντα φωτεινός, χαρούμενος, δημιουργικός.Άννα

  8. Ο/Η ΓΕΩΡΓΙΑ λέει:

    ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ Μαριε…ηταν πολυ ομορφο……

  9. Ο/Η Mάριος λέει:

    Οι διεύκρινίσεις φίλη μου annyra είναι απαραίτητες σε τετοιες μορφέςδιηγημάτων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν "αιρετικές" από κάποιους απλά γιατί δεν "αντιγραφουν κατα γράμμα" την "ουσία" της καινής διαθήκης.

  10. Ο/Η vivi λέει:

    Πολύ ωραίο κείμενο Μάριε! Καλό Πάσχα!

  11. Ο/Η Mάριος λέει:

    ευχαριστώ vivi

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.