ΟΙ ΕΞΗ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΤΡΑΠΟΥ

ΟΙ ΕΞΗ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΤΡΑΠΟΥ

 

Οι
Έξη κανόνες της Ατραπού

(Οι
κανόνες του δρόμου)

Ι.
Ο δρόμος διανύεται στο πλήρες  φως της
ημέρας, που ρίχνεται  στην Ατραπό από
Εκείνους που γνωρίζουν  και οδηγούν.
Τίποτε δεν μπορεί  να κρυφτεί και σε κάθε
στροφή, ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του.

ΙΙ.
Πάνω στο δρόμο το κρυμμένο αποκαλύπτεται. Ο καθένας βλέπει και γνωρίζει την
φαυλότητα του καθενός. (δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη, αδελφέ μου, για να
μεταφράσω την αρχαία λέξη η οποία υποδεικνύει την κρυφή ηλιθιότητα, την
ποταπότητα, την χονδροειδή άγνοια και την ιδιοτέλεια, τα οποία χαρακτηρίζουν το
μέσο ζηλωτή). Κι’ όμως δεν υπάρχει μ’ αυτή την μεγάλη αποκάλυψη, αποστροφή,
αμοιβαία περιφρόνηση ταλάντευση, πάνω στο Δρόμο. Ο Δρόμος ξανοίγεται μέσα στο
φως.

ΙΙΙ.
Πάνω στο Δρόμο αυτό δεν περιπλανάται κανείς μόνος. Δεν υπάρχει βία, βιασύνη.
Κι’ όμως δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Κάθε προσκυνητής επιταχύνει τα βήματα
του προς τα εμπρός, και βρίσκεται περικυκλωμένος από τους συνανθρώπους του.
Μερικοί κινούνται μπροστά. Λυτός ακολουθεί. Μερικοί έρχονται πίσω. Ρυθμίζει το
βήμα του. Δ ε ν ταξιδεύει μόνος.

ΙV. Τρία πράγματα πρέπει ν’ αποφεύγει ο Προσκυνητής. Να φορά
μια κουκούλα, ένα πέπλο που κρύβει το πρόσωπό του από τους άλλους, να κρατά ένα
κανάτι νερό, που περιέχει αρκετό μόνο για τις δικές του ανάγκες, να ακουμπά ένα
μπαστούνι πάνω στους ώμους χωρίς κύρτωμα για να κρατιέται.

V. Κάθε Προσκυνητής πάνω στο Δρόμο πρέπει να μεταφέρει
μαζί του ότι χρειάζεται: Ένα μαγκάλι για να ζεσταίνει τους συνανθρώπους του.
Ένα λυχνάρι για να ρίχνει τις αχτίνες του πάνω στην καρδιά του και να δείχνει
στους συνανθρώπους του την φύση της κρυμμένης ζωής, ένα πουγγί χρυσάφι, που δε
σκορπίζει στο Δρόμο αλλά το μοιράζεται με τους άλλους. Ένα σφραγισμένο δοχείο
όπου το μεταφέρει όλη του την έφεση για να την ρίξει στα πόδια Εκείνου που
περιμένει να τον χαιρετίσει στην πύλη – ένα σφραγισμένο δοχείο.

VI. Ο Προσκυνητής, καθώς βαδίζει πάνω στο Δρόμο, πρέπει
να έχει το ανοιχτό αυτί, το χέρι που δίνει, τη σιωπηλή γλώσσα, την αγνή καρδιά,
τη χρυσή φωνή, το γρήγορο πόδι, και το ανοικτό μάτι, που βλέπει το φως. Ξέρει
πως δεν ταξιδεύει μόνος.

 

(Από το βιβλίο: Θυμαπάτη – Ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Σελ 49 – 50 ελλ.
Εκδ.)

Advertisements
This entry was posted in εσωτερισμός-αποκρυφισμός. Bookmark the permalink.