ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟ ΓΙΑΤΡΟ

Η ΝΕΡΑ’Ι’ΔΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΑΓΙΟΥ

 

εναλλακτικός τίτλος:

«ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟ ΓΙΑΤΡΟ»

 

Βασισμένο σε πραγματικό γεγονός

 

Αφιερωμένο στην Ε.

 

Η
δεκαεξάχρονη μικρή Νάιλ ξύπνησε από εφιάλτες για άλλη μια φορά από εφιάλτες
λουσμένη απ τον ιδρώτα φωνάζοντας «σκοτώστε το γιατρό».

Δεν
άντεχε άλλο, δεν μπορούσε άλλο.

Όλα
αυτά τα έμπα – έβγα από τα νοσοκομεία για εξετάσεις στην καρδιά την είχαν
κουράσει.

Οι
συγγενείς της είχαν όλοι ταραχτεί και φοβόντουσαν πολύ. Η μικρή Νάιλ κάποτε
ήθελε να γίνει γιατρός και της άρεσε πολύ η ιατρική. Όμως όχι πια. Είχε
κουραστεί τόσο πια με την υγεία της που δεν ήθελε να ξαναδεί γιατρό. Δεν
μπορούσε όμως. Κάθε βράδυ είχε εφιάλτες με νυστέρια να την ανοίγουν και να
πετάγονται αίματα από μέσα της.

Ο
ψυχολόγος της, ο Μπιλ Σόουλ, δεν μπορούσε να βοηθήσει πολύ και ας ήταν κορυφή
στο είδος του.

Η
ταραγμένη από τους εφιάλτες Νάιλ πήρε ένα ποτήρι με νερό που είχε ακουμπισμένο
στο κομοδίνο σε για αυτές τις περιπτώσεις. Σκούπισε με το πάνω μέρος του χεριού
της λίγο τον ιδρώτα στο μέτωπό της.

Ένιωθε
ότι δεν άντεχε άλλο αυτούς τους εφιάλτες. Πίστευε ότι δεν θα σταματούσαν ποτέ.

Κοίταξε
για λίγο αφηρημένα τον πίνακα στον απέναντι τοίχο μέχρι να συνέλθει. Τον είχε
ζωγραφίσει η ίδια και απεικόνιζε έναν όμορφο φάρο πάνω στο μόλο ενός λιμανιού.
Παρατηρούσε τα χρώματα. Γαλάζιο, λευκό, σκούρο μπλε, ματζέντα, κόκκινο,
πορτοκαλί. Πήρε μια βαθειά ανάσα.

Έπεσε
πάλι για ύπνο.

Μετά
από ένα τέταρτο ξύπνησε πάλι ουρλιάζοντας και σχεδόν κλαίγοντας.

«Σκοτώστε
το γιατρόοοοοοοο….»

Τα
κλάματα της κυλούσαν πάνω στο απαλό αλλά φοβισμένο πρόσωπό της.

«Σςςςςςςς….ησύχασε»
είπε μια φωνή δίπλα της.

«Ποιος
είναι;;;»

«Δεν
θέλω να σου κάνω κακό» είπε η φωνή. Και συνέχισε:

«Είμαι
εδώ για να σε βοηθήσω, για να σε κάνω δυνατή»

«Εμένα;;;»
απάντησε η μικρή μην αντικρίζοντας καλά την φιγούρα που της μιλούσε.

«Εσένα.
Έχεις αρχίσει να μεγαλώνεις και πρέπει να έχεις θέληση μέσα σου. Πρέπει να
έχεις θάρρος, είτε αυτό που έχεις απέναντί σου είναι εφιάλτες είτε είναι κάτι
άλλο. Πάψε πια να φοβάσαι. Έχεις τόση δύναμη μέσα σου και όμως φωνάζεις κάθε
νύχτα απ το φόβο σου»

«Δεν
φοβάμαι»

«Φοβάσαι,
δε μπορείς να κρυφτείς από μένα. Γιατί δεν έχεις αυτοπεποίθηση;»

«Υποθέτω
γιατί είμαι αδύναμη»

«Όμως
στην πραγματικότητα δεν είσαι καθόλου. Απλά νομίζεις ότι είσαι. Θυμάσαι πόσο
δυνατή ήσουν τότε που ήθελες να γίνεις γιατρός;;;

«Που
τα ξέρεις ολ’ αυτά;;;» ρώτησε με περιέργεια η Νάιλ.

«Είμαι
πάντα κοντά σου, γι’ αυτό τα ξέρω όλα.»

Η
μορφή σιγά –σιγά μισοφάνηκε και εμφανίστηκε μια γυναίκα με ασημένια μαλλιά
έχοντας στις πλάτες της λεπτεπίλεπτά μεγάλα διάφανα φτερά σαν της πεταλούδας.

«Είμαι
η νεράιδα του κουράγιου» είπε

Η
μικρή Νάιλ έμεινε εμβρόντητη.

Η
νεράιδα χάιδεψε τα ξανθά όμορφα μαλλιά της δεκαεξάχρονης. Κοιμήσου τώρα. Και
όπως είπαμε: ‘έχε θάρρος’»

«Εντάξει»
είπε ξαφνιασμένη η Νάιλ που δεν είχε ξαναδεί ποτέ νεράιδα.

Την
υπόλοιπη νύχτα η Νάιλ δεν είδε εφιάλτες. Δεν είδε ούτε την επόμενη, ούτε την
μεθεπόμενη. Πότε δεν ξανάδε.

Πότε
δεν ξέχασε την νεράιδα της. Ποτέ δεν ξέχασε τα λόγια της και έμαθε να μην
πιστεύει πως είναι αδύναμη.

Πλέον ποτέ δεν υπήρχαν εφιάλτες, παρά μόνο όνειρα γλυκά και όμορφα σα
την πρωινή αυγούλα.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.