H NΕΡΑ’Ι’ΔΑ ΠΟΥ ΕΝΙΩΘΕ ΜΟΝΑΞΙΑ

Η ΝΕΡΑ’Ι’ΔΑ ΠΟΥ ΕΝΙΩΘΕ ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Η Νεράιδα Λάιν κοιτούσε την
όμορφη παραλία με ένα χαμόγελο. Η απαλή αύρα της θάλασσας ακουμπούσε το γλυκό
αιθέριο πρόσωπό της

Η Λάιν περίμενε μια ξαδέρφη
της που ‘ταν νύμφη της θάλασσας.

Κοντά στην ακρογιαλιά η
θάλασσα άφρισε λίγο και από κει βγήκε η Ιχθυμία, η ξαδέρφη της, πανώρια και με
ένα όμορφο λυγερό κορμί.

Αγκαλιάστηκαν.

 

«Είχα καιρό να σε δω ξαδερφούλα»

«Και γω το ίδιο» απάντησε η
Ιχθυμία.

 

Οι δυό τους κάθισαν κάπου σε
ένα μοναχικό βράχο στην παραλία και μίλησαν. Είπαν τα νέα τους, είπαν αυτά που
τους απασχολούσαν είπαν τι έκαναν. Η Ιχθυμία είχε μια αυτοπεποίθηση και συνεχώς
μιλούσε για το πόσο όμορφα περνούσε μαζί με τον τρίτωνα που ερωτεύτηκε.

Το μακρύ πηγούνι την
Ιχθυμίας, το κατάλευκο σχεδόν πρόσωπό της και τα μαλλιά της – που είχαν το
χρώμα του νερού – την έκαναν να φαίνεται τόσο θεσπέσια, τόσο καλλονή που
οποιοσδήποτε άντρας μόλις την αντίκριζε σίγουρα θα την επιθυμούσε!!!

Η Λάιν για μια στιγμή έκλαψε.

 

«Τι συμβαίνει;;;» τη ρώτησε η
Ιχθυμία.

«Να αυτό τον καιρό έχω ένα
πρόβλημα»

«Πες μου γι’ αυτό.» είπε η
Ιχθυμία

«Είμαι μόνη αυτό τον καιρό
και νιώθω μοναξιά, νιώθω ‘αόρατη’, νιώθω πως είμαι ένα τίποτα στον κόσμο»

«Μα…εσύ Λάιν;;;; Εσύ να
νιώθεις έτσι;;;

«Απλά νιώθω θλίψη, δε ξέρω
γιατί….νομίζω λόγω αυτών που σου είπα»

 

Η Ιχθυμία την κοίταξε καλά με
τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια της.

Η αύρα της θάλασσας ανέμισε
λίγο τα μαλλιά τους.

Τελικά της είπε:

«Κοίτα την ομορφιά του
κόσμου, δες πάνω στον ουρανό και αντίκρισε ωραία ταξιδεύουν τα σύννεφα, ανέμελα
χωρίς στεναχώρια.

Κοίτα τα κύματα της θάλασσας
που χαιδεύουν απαλά την αμμουδιά.

Φαίνεται η Φύση τους να
δείχνει θλίψη;»

«όχι μα….»

Η Λάιν δεν πρόλαβε να
συνεχίσει. Η Ιχθυμία είχε ξαναπάρει το λόγο.

«Αφού η Φύση που είναι μητέρα
μας δεν θλίβεται γιατί να θλιβόμαστε εμείς;;; Η Φύση είναι σοφή και αν μας
ήθελε θλιμένους θα μας έκανε έτσι εξ αρχής. Θα μας είχε κάνει μίζερα και δυστυχισμένα
όντα χωρίς ευτυχία.

Δεν είναι λογικό λοιπόν να
θλίβεσαι, άσε που ποτέ δεν είσαι μόνη»

«Τι εννοείς;;;» ρώτησε η Λάιν

«Εννοώ ότι η Φύση είναι παντού,
ακούει την κάθε σου σκέψη και προσευχή, οπότε πως γίνεται να είσαι μόνη;;; Ακόμα
και αν κρυφτείς μακριά απ’ όλους στο πιο βαθύ σπήλαιο, άπ’ την Φύση δε θα έχεις
κρυφτεί γιατί η Φύση υπάρχει και στο σπήλαιο. Η Φύση είναι η Θεά μας. Θες να
την στεναχωρείς;;;»

«Όχι δε θέλω» είπε η Λάιν.
Για μια στιγμή κοίταξε προς τη θάλασσα και είπε «Νομίζω πως έχεις δίκιο.»

Αγκαλιάστηκαν ξανά. Ένα δάκρυ χαράς κύλησε απ το μάγουλο της Λάιν καθώς
η χρυσαφένιος ήλιος έδυε στον ορίζοντα.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.