Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ

Χόρευε η τριήρης πάνω στα απαλά κύματα καταμεσής της θάλασσας. Με τα δυνατά μπράτσα οι ναύτες κινούσαν τα βαριά κουπιά για να πάνε κάποια στιγμή επιτέλους σπίτι τους που τόσα χρόνια είχανε μακριά μείνει γιατί ήταν στον πολύπαθο πόλεμο της Τροίας.

Μα να καταιγίδα έπιασε και ουρλιαχτό ανέμου που Θεοί στείλανε γιατί κατέλυσαν οι Αχαιοί της Τροίας τ’ άγιο κάστρο, με τους ναούς και τις προσφορές που χε στους αθανάτους, που ορίζουνε τις μοίρες του κόσμου όπως το θέλουν.

Και άρχισαν τα κύματα μορφή γιγάντων να παίρνουν και όμοια να φέρονται σ’ αγριάδα. Ήταν και ο Ποσειδώνας ο μέγας κοσμοσείστης που είχε μάθει τη συμφορά, που έγινε στο γιό του τον Πολύφημο την οποία έπαθε απ’ το Βασιλιά της Ιθάκης. Ω, αφροσύνη σου Γιέ του Λαέρτη που αποκάλυψες το όνομα σου στον τρομερό αυτό κύκλωπα. Τώρα ιδού, πιο μεγάλα κύματα κανείς δεν έχει δει!!!Την τρομερή οργή του άγριου Ποσειδώνα έσυρες ολάκερη πάνω σου και ό ίδιος με την τρίαινα του χτυπά την θάλασσα και κύματα μεγάλα ωσάν βουνά σηκώνονται. Τόσο πολύ μανία κανείς δεν ξαναείδε, κι ακόμα και οι καρδιές που μέσα τους είχαν θάρρος σε όλη τη ζωή τους, τώρα που ‘δαν αυτό φοβήθηκαν και όχι άδικα.

Άλλοι κρατιόντουσαν από τα ξάρτια και άλλοι από τους φλόκους. Τα κύματα πρόσεχαν όλοι να μη τους παρασύρουν μα μάταια γιατί ένας-ένας στη θάλασσα έπεφτε και μόνο ο Οδυσσέας έμεινε από ένα ξύλο να κρατιέται στη θάλασσα και μέχρι να βρει στεριά για λυτρωμό από το υγρό βασίλειο του μεγάλου αυτού Θεού.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.